αιωρούμενα σωματίδια
Συντετμημένος τρόπος αναφοράς στα αιωρούμενα σωματίδια (PM). Αυτό το όνομα δίνεται στο μείγμα μικροσκοπικών σωματιδίων σε υγρή ή στερεή φάση, τόσο οργανικής όσο και ανόργανης προέλευσης, τα οποία αιωρούνται στον αέρα, συμβάλλοντας στη ρύπανσή του. Αυτά τα σωματίδια περιλαμβάνουν εξαιρετικά ποικίλα στοιχεία, όπως ορυκτή σκόνη, αιθάλη, θειικά άλατα, νιτρικά άλατα, πυριτικά άλατα, στάχτη, γύρη κ.ο.κ. Οι πηγές εκπομπής μπορεί να είναι φυσικές (ηφαιστειακές εκρήξεις, δασικές πυρκαγιές) ή να προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες (κυκλοφορία, βιομηχανία, γεωργία…). Στις μελέτες ποιότητας του αέρα, τα αιωρούμενα σωματίδια ταξινομούνται ως PM10 ή PM2.5, ανάλογα με το μέγεθός τους. Η πρώτη κατηγορία (PM10) αντιστοιχεί στα μεγαλύτερα σωματίδια, με διαμέτρους μεταξύ 10 και 2.5 µm, ενώ η δεύτερη (PM2.5) περιλαμβάνει τα λεπτά σωματίδια, με διαμέτρους μικρότερες από 2.5 µm. Τα τελευταία είναι τα πιο επικίνδυνα για την υγεία, καθώς, όταν εισπνέονται, δεν συγκρατούνται στην αναπνευστική οδό (πράγμα που συμβαίνει με τα PM10), αλλά καταφέρνουν να φτάσουν στις πνευμονικές κυψελίδες -στο εξωτερικό τμήμα των βρογχιολίων-, περνώντας στη συνέχεια στην κυκλοφορία του αίματος. Τα τελευταία χρόνια, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται μελέτες επικεντρωμένες στα λεγόμενα υπέρλεπτα σωματίδια (PM1), με διαμέτρους μικρότερες από ένα micron (1 µm). Βλέπε επίσης ηφαιστειακή στάχτη.
Σχετικοί όροι: Ατμοσφαιρική ρύπανση