θερμοκρασία
Ένα φυσικό μέγεθος που, εφαρμοζόμενο στον αέρα και ως πρώτη προσέγγιση, μπορούμε να ορίσουμε ως τον βαθμό διέγερσης των μορίων των αερίων που τον απαρτίζουν, έτσι ώστε όσο πιο θερμός είναι ο αέρας, τόσο μεγαλύτερη είναι η κινητικότητα των μορίων του και, κατά συνέπεια, τόσο υψηλότερη είναι η θερμοκρασία του. Με το ψύχος συμβαίνει το αντίθετο· η μοριακή διέγερση είναι μικρότερη. Ο παραπάνω ορισμός -που βασίζεται στην κινητική θεωρία των αερίων- εφαρμόζεται μόνο σε ένα ιδανικό αέριο, και μπορούμε να θεωρήσουμε τον αέρα ως τέτοιο μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οπότε, αυστηρά μιλώντας, είναι πιο ορθό να ορίζεται η θερμοκρασία ως το φυσικό μέγεθος δύο συστημάτων ή σωμάτων σε επαφή μεταξύ τους (ο αέρας και το θερμόμετρο, στην υπό εξέταση περίπτωση), των οποίων η ισότητα τιμών εγγυάται τη θερμική ισορροπία μεταξύ τους. Η θερμοκρασία του αέρα λαμβάνεται απευθείας από την ένδειξη ενός θερμομέτρου εκτεθειμένου σε αυτό το στοιχείο μέσα σε ένα μετεωρολογικό κλωβό, που εγγυάται την εγκυρότητα των δεδομένων, καθώς, προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο, αποφεύγεται η ανεπιθύμητη υπερθέρμανση που θα μπορούσε να αλλοιώσει τη μέτρηση. Στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, η θερμοκρασία εκφράζεται σε βαθμούς Κέλβιν (K), αν και στη Μετεωρολογία χρησιμοποιείται συνήθως η εκατονταβάθμια κλίμακα, της οποίας η μονάδα είναι ο βαθμός Κελσίου (°C). Στις ΗΠΑ η κλίμακα θερμοκρασίας Φαρενάιτ (°F) παραμένει σε χρήση μεταξύ του πληθυσμού, έχοντας εκπέσει σε αχρησία στις υπόλοιπες αγγλόφωνες χώρες.