Μετεωρολογία

Η επιστήμη που είναι υπεύθυνη για τη μελέτη των μετεώρων, με κύριο στόχο την πρόγνωση του καιρού. Εκτείνεται από τη φυσική, χημική και δυναμική μελέτη των διαφόρων ατμοσφαιρικών φαινομένων, έως την σχολαστική παρατήρηση όλων όσων συμβαίνουν στην ατμόσφαιρα, τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων του ατμοσφαιρικού μέσου με τα υπόλοιπα συστατικά του κλιματικού συστήματος, και την ανάπτυξη εννοιολογικών και μαθηματικών μοντέλων, τα τελευταία προοριζόμενα να προβλέψουν τη μελλοντική του εξέλιξη. Το όριο μεταξύ Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας είναι ασαφές, καθώς τα καθήκοντα που αντιμετωπίζουν και οι δύο επιστημονικοί κλάδοι επικαλύπτονται εν μέρει. Η ετυμολογική προέλευση του όρου ανάγεται στην Αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη (meteoros), άρχισε να χρησιμοποιείται, σχηματίζοντας τη ρίζα της λέξης, αν και με ευρύτερη σημασία από τη σημερινή, καθώς περιέγραφε οποιοδήποτε ουράνιο φαινόμενο, ατμοσφαιρικής φύσης ή όχι. Αν και η λέξη "Μετεωρολογία" αποδίδεται στον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), προερχόμενη από τον τίτλο της γνωστής του πραγματείας Meteorologica (Τα Μετεωρολογικά), είχε χρησιμοποιηθεί νωρίτερα από τον Διογένη τον Απολλωνιάτη (450-399 π.Χ.). Τα τέσσερα βιβλία που απαρτίζουν την αριστοτελική πραγματεία -γραμμένη γύρω στο 340 π.Χ.- βοήθησαν να ενσωματωθεί η μελέτη των μετεώρων στη φυσική φιλοσοφία, καθιστάμενη το βιβλίο αναφοράς για το θέμα επί δύο χιλιετίες, έως και τον 17ο αιώνα. Είναι πολύ σύνηθες να λέγεται "Μετερεωλογία" αντί για Μετεωρολογία. Το λάθος επεκτείνεται και σε άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας, όπως μετεωρολόγος ("μετερεωλόγος") και μετεωρολογικός ("μετερεωλογικός").