αερόλυμα(τα)

Στερεά ή υγρά σωματίδια αιωρούμενα στην ατμόσφαιρα. Αυστηρά μιλώντας, το αέριο μέσα στο οποίο βρίσκονται αυτά τα στοιχεία αποτελεί επίσης το αερόλυμα. Η χρήση του ενικού ή του πληθυντικού είναι εναλλάξιμη, αν και το δεύτερο είναι πιο διαδεδομένο. Τα αερολύματα έχουν εξαιρετικά μεταβλητή φύση και μεγέθη (μικροσκοπικά σε όλες τις περιπτώσεις) και η παρουσία τους στον αέρα μπορεί να μειώσει την ορατότητα. Η προέλευσή τους μπορεί να είναι φυσική (ηφαιστειακή τέφρα, σκόνη ερήμου, νέφη γύρης...) ή ανθρωπογενής (καύση ορυκτών καυσίμων, βιομηχανικά απόβλητα...). Και στις δύο περιπτώσεις, παίζουν ρόλο στις διαδικασίες σχηματισμού νεφών -λειτουργώντας ως πυρήνες συμπύκνωσης- και επηρεάζουν το κλιματικό σύστημα, τόσο μέσω αυτής της άμεσης -αν και πολύπλοκης- σχέσης με τη νεφοκάλυψη, όσο και μέσω του ρόλου που διαδραματίζουν στο ενεργειακό ισοζύγιο της Γης.

Σχετικοί όροι: μπόρα, Μπόρα