καταχνιά (calima)

Λιθομετέωρο που συνίσταται στην αιώρηση στην ατμόσφαιρα μη υδατικών στερεών σωματιδίων (σκόνη, άμμος, στάχτη), σε ποσότητα επαρκή ώστε να θολώνει τον αέρα και να μειώνει την ορατότητα. Αν η ορατότητα στο επίπεδο της επιφάνειας της Γης μειώνεται και η σχετική υγρασία του αέρα είναι κάτω από 70%, πρόκειται για calima, αλλά αν είναι πάνω από 70% το παρατηρούμενο ή προβλεπόμενο φαινόμενο θα είναι bruma (καταχνιά) (σύμφωνα με τα τεχνικά κριτήρια της AEMET). Η calima δίνει στον ουρανό ένα γήινο χρώμα (ώχρα, καφετί, κιτρινωπό, πορτοκαλί, κοκκινωπό), το οποίο ποικίλλει ανάλογα με τη φύση του εδάφους από όπου διέφυγαν τα σωματίδια και με το ηλιακό φως. Η μεγαλύτερη ή μικρότερη αδιαφάνεια που δημιουργεί εξαρτάται τόσο από τη συγκέντρωση των σωματιδίων όσο και από την υγροσκοπική τους ικανότητα. Με βάση αυτήν την τελευταία, γίνεται διάκριση μεταξύ ξηρής calima και υγρής calima. Μια συγκεκριμένη περίπτωση της δεύτερης είναι η λεγόμενη αλμυρή calima, που προκαλείται από την παρουσία μικροσκοπικών σωματιδίων θαλασσινού άλατος, που προέρχονται από την εξάτμιση του θαλάσσιου αφρού που διαφεύγει από την επιφάνεια της θάλασσας. Τόσο ο όρος calima όσο και οι παραλλαγές του calina και calisma έχουν την ετυμολογική τους προέλευση στη λατινική λέξη caligo, που σημαίνει σκοτάδι, από την οποία προέρχονται επίσης οι λέξεις caligino, calígine, και caliginoso.