αίσθηση ψύχους / δείκτης θερμότητας
Η αίσθηση ψύχους ή ζέστης που βιώνει ένα άτομο ως συνέπεια της έκθεσης του δέρματός του στον αέρα, η οποία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τον συνδυασμό θερμοκρασίας, ανέμου και σχετικής υγρασίας. Η αίσθηση ψύχους αυξάνεται καθώς η θερμοκρασία του αέρα πέφτει και ο άνεμος εντείνεται, γεγονός που επιταχύνει την απώλεια θερμότητας από το ανθρώπινο σώμα. Υπάρχουν διάφοροι δείκτες -που προκύπτουν από εμπειρικούς τύπους- που επιτρέπουν την εκτίμηση της λεγόμενης φαινόμενης ή "αισθητής" θερμοκρασίας. Ο πιο ευρέως χρησιμοποιούμενος είναι εκείνος που χρησιμοποιείται από τις Εθνικές Μετεωρολογικές Υπηρεσίες των ΗΠΑ και του Καναδά, γνωστός ως windchill. Υπάρχουν πίνακες υπολογισμού που, για δεδομένη θερμοκρασία και ταχύτητα ανέμου, επιτρέπουν τον υπολογισμό της αντίστοιχης αισθητής θερμοκρασίας. Η αίσθηση ζέστης ή αποπνικτικού καιρού διαμορφώνεται κυρίως από τον συνδυασμένο αντίκτυπο των υψηλών θερμοκρασιών και της περιεκτικότητας του αέρα σε υγρασία. Όταν η σχετική υγρασία είναι υψηλή, αισθανόμαστε υψηλότερη θερμοκρασία από την πραγματική θερμοκρασία του αέρα και αρχίζουμε να νιώθουμε δυσφορία, καθώς δυσκολευόμαστε να διαχύσουμε τη θερμότητα που παράγει εσωτερικά το σώμα μας. Εάν η θερμοκρασία του δέρματός μας είναι κάτω από 32°C, ο άνεμος μειώνει την αίσθηση αποπνικτικότητας, αλλά εάν είναι πάνω από αυτήν, την αυξάνει. Για τον προσδιορισμό αυτής της θερμικής αίσθησης, χρησιμοποιείται ο λεγόμενος δείκτης θερμότητας (Heat Index). Όπως και με το winchill, έχουν καταρτιστεί πίνακες υπολογισμού.