αύρα

Η λέξη έχει αρκετές μετεωρολογικές σημασίες. Από τη μία, είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος αναφοράς σε έναν ελαφρύ άνεμο. Από την άλλη, αναφέρεται στον τοπικό άνεμο ημερήσιου κύκλου και θερμικής προέλευσης, λόγω της άνισης θέρμανσης ή ψύξης της επιφάνειας της Γης. Στην ακτή, η θαλάσσια αύρα εναλλάσσεται κατά τη διάρκεια της ημέρας με τη χερσαία αύρα τη νύχτα· στα βουνά, η ημερήσια αύρα κοιλάδας (ανοδικός άνεμος) εναλλάσσεται με τη νυχτερινή αύρα βουνού (καταβατικός άνεμος). Ο όρος εμφανίζεται επίσης στην ανεμομετρική κλίμακα Beaufort, για να ονομάσει ανέμους μεταξύ έντασης 2 και 6, συνοδευόμενους από τους χαρακτηρισμούς: "πολύ ασθενής", "ασθενής", "μέτρια", "δροσερή", και "ισχυρή". Στην Ονδούρα και την Κολομβία είναι συνώνυμο του ψιχαλίσματος.