ηλιοβολία
Η ποσότητα άμεσης ηλιακής ακτινοβολίας που προσπίπτει ανά μονάδα επιφάνειας σε ένα δεδομένο επίπεδο. Συνήθως αναφέρεται είτε στην ακτινοβολία που φτάνει στην κορυφή της ατμόσφαιρας είτε σε εκείνη που φτάνει στην επιφάνεια της Γης. Εκφράζεται σε W/m2 και εξαρτάται από την ηλιακή σταθερά, την εποχή του έτους, το γεωγραφικό πλάτος και τον βαθμό διαφάνειας του αέρα. Ο όρος μπορεί επίσης να αναφέρεται στην ένταση ή στη συνολική ποσότητα ηλιακής ακτινοβολίας (άμεσης + διάχυτης) που προσπίπτει ανά μονάδα οριζόντιας επιφάνειας, καθώς και στις ώρες ηλιοφάνειας· κάτι που στη Μετεωρολογία ισοδυναμεί με τον χρόνο κατά τον οποίο, στη διάρκεια μιας ημέρας, ο ήλιος λάμπει χωρίς να καλύπτεται από σύννεφα.
Σχετικοί όροι: ηλιογράφος / καταγραφέας ηλιοφάνειας