ψιχαλίζω
Λαϊκά, να βρέχει ελαφρά και αραιά. Η χρήση του είναι πολύ διαδεδομένη και χρησιμοποιείται, συχνά, όταν αρχίζει να βρέχει και αυτό που πέφτει είναι λίγες σταγόνες μικρού μεγέθους. Κυριολεκτικά, σημαίνει να πέφτουν ή να βρέχουν σπίθες.
Λαϊκά, να βρέχει ελαφρά και αραιά. Η χρήση του είναι πολύ διαδεδομένη και χρησιμοποιείται, συχνά, όταν αρχίζει να βρέχει και αυτό που πέφτει είναι λίγες σταγόνες μικρού μεγέθους. Κυριολεκτικά, σημαίνει να πέφτουν ή να βρέχουν σπίθες.