φεν
Μια γερμανική λέξη, με προέλευση στον λατινικό όρο favonius, η οποία δίνει το όνομά της σε ένα γνωστό φαινόμενο - θερμοδυναμικής προέλευσης -, καλά μελετημένο στη Μετεωρολογία.
Σχετικοί όροι: Φαινόμενο φεν, φιόν
Μια γερμανική λέξη, με προέλευση στον λατινικό όρο favonius, η οποία δίνει το όνομά της σε ένα γνωστό φαινόμενο - θερμοδυναμικής προέλευσης -, καλά μελετημένο στη Μετεωρολογία.
Σχετικοί όροι: Φαινόμενο φεν, φιόν