χαραυγή
Λέξη που προέρχεται από τον λατινικό όρο albus (λευκό) και ισοδυναμεί με την ανατολή/το χάραμα. Αναφέρεται στη φωτεινότητα -με την έννοια της λευκότητας- που αποκτά σταδιακά ο ουρανός κατά το πρωινό λυκόφως.
Λέξη που προέρχεται από τον λατινικό όρο albus (λευκό) και ισοδυναμεί με την ανατολή/το χάραμα. Αναφέρεται στη φωτεινότητα -με την έννοια της λευκότητας- που αποκτά σταδιακά ο ουρανός κατά το πρωινό λυκόφως.